Η αορτική βαλβίδα βρίσκεται μεταξύ της αορτής και της αριστεράς κοιλίας. Αποτελείται από ένα δακτύλιο και τρεις γλωχίνες / πτυχές που εφάπτονται πάνω στο δακτύλιο. Ένα μικρό ποσοστό του γενικού πληθυσμού έχει δίπτυχη αορτική βαλβίδα.

Η αορτική βαλβίδα ανοίγει κατά τη συστολή κατευθύνοντας το αίμα από την αριστερή κοιλία προς την αορτή και κλείνει αμέσως μετά κατά τη διαστολή όσο η αριστερή κοιλία συλλέγει αίμα μέσω του κόλπου. Η φυσιολογική λειτουργία της αορτικής βαλβίδας είναι να εμποδίζει την παλινδρόμηση του αίματος από την ανιούσα αορτή στην αριστερή κοιλία.

ΣΤΕΝΩΣΗ ΑΟΡΤΙΚΗΣ ΒΑΛΒΙΔΑΣ

Τα φυσιολογικά όρια του ανοίγματος της αορτικής βαλβίδας είναι περίπου 2 έως 4 cm2. Όταν το άνοιγμα αυτό μικρύνει υπάρχει στένωση στην αορτική βαλβίδα και η ροή του αίματος από αυτήν είναι μικρότερη του φυσιολογικού.

ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΑΟΡΤΙΚΗΣ ΒΑΛΒΙΔΑ

Όταν η αορτική βαλβίδα δεν κλείνει καλά και επιτρέπει τη ροή του αίματος προς τα πίσω, δηλαδή όταν υπάρχει παλινδρόμηση αίματος από την ανιούσα αορτή στην αριστερή κοιλία, τότε παρουσιάζει ανεπάρκεια.

ΜΕΙΚΤΗ ΒΛΑΒΗ ΑΟΡΤΙΚΗΣ ΒΑΛΒΙΔΑΣ

Πολλές φορές η βλάβη της αορτικής βαλβίδας είναι διττή, δηλαδή η βαλβίδα συνδυάζει στένωση και ανεπάρκεια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Τα συμπτώματα της βαλβιδοπάθειας της αορτικής βαλβίδας (στένωση, ανεπάρκεια ή μεικτή βλάβη) είναι προοδευτικά επιδεινούμενα. Συνήθως η βλάβη της βαλβίδας δε δημιουργείται από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά είναι μία κατάσταση η οποία επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου. Κατά συνέπεια τα συμπτώματα του ασθενούς δεν είναι πολύ έντονα στην αρχή, αλλά όσο περνάει ο χρόνος χειροτερεύουν δίνοντας στον ασθενή το έναυσμα για καρδιολογικό έλεγχο. Δεν είναι πάντα απαραίτητο η βαλβιδοπάθεια της αορτικής βαλβίδας να εμφανίσει κάποιο σύμπτωμα που θα οδηγήσει τον ασθενή σε καρδιολόγο. Υπάρχουν ασθενείς που βρίσκουν σε τυχαίο καρδιολογικό έλεγχο δυσλειτουργία της αορτικής βαλβίδας.

Σε σπάνιες περιπτώσεις ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει οξεία ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας, όπως σε λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα, τραυματική ρήξη, διαχωρισμό ανιούσης αορτής, ρήξη λόγω συνδρόμου Marfan ή άλλου είδους νοσημάτων του συνδετικού ιστού.

Τα συμπτώματα που εμφανίζει ο ασθενής στη βαλβιδοπάθεια της αορτικής βαλβίδας είναι:

  • Δύσπνοια και κόπωση

Η δύσπνοια συνήθως γίνεται αντιληπτή από τον ασθενή ως εύκολη κόπωση, γρήγορη αναπνοή (ταχύπνοια), «φούσκωμα» σε ηρεμία ή κόπωση ή σαν αδυναμία ολοκλήρωσης μιας βαθιάς εισπνοής.

  • Συγκοπικά επεισόδια, λιποθυμίες και ζαλάδες
    Στη λιποθυμία ο ασθενής χάνει πλήρως τη συνείδησή του. Η διάρκεια της λιποθυμίας μπορεί να είναι από μερικά δευτερόλεπτα έως λίγα λεπτά και εμφανίζεται πιο συχνά σε ηλικιωμένα άτομα.

  • Πόνος στο στήθος
    Η σοβαρή στένωση της αορτικής βαλβίδας μπορεί να εκδηλωθεί ως πόνος στο στήθος του ασθενούς.

  • Αρρυθμίες – αίσθημα παλμών
    Ο ασθενής αισθάνεται πως οι χτύποι της καρδιάς του δεν είναι φυσιολογικοί. Αυτό το περιγράφει ως ένα φτερούγισμα στο στήθος ή σαν ένα κόμπο. Πολλές φορές αισθάνεται την καρδιά του να σταματάει και να ξεκινάει απότομα με ένα δυνατό χτύπο. Οι πιο συνηθισμένες αρρυθμίες είναι οι έκτακτες συστολές, η κολπική μαρμαρυγή, οι υπερκοιλιακές αρρυθμίες και η βραδυκαρδία. Οι παραπάνω αρρυθμίες είναι το αποτέλεσμα της βαλβιδοπάθειας.

ΑΙΤΙΑ

Συνήθως η βαλβιδοπάθεια της αορτικής βαλβίδας (στένωση ή ανεπάρκεια ή μεικτή βλάβη) είναι μία προοδευτικά επιδεινούμενη κατάσταση. Είναι η φυσιολογική φθορά της βαλβίδας λόγω προχωρημένης ηλικίας του ασθενούς (εκφυλιστικής αιτιολογίας αίτια).

Μερικές φορές ο ασθενής έχει εκ γενετής δίπτυχη αορτική βαλβίδα. Είναι μία από τις πιο συνηθισμένες κατηγορίες συγγενούς καρδιοπάθειας που εμφανίζεται σε μεγάλο αριθμό ασθενών με βαλβιδοπάθεια αορτικής βαλβίδας και μπορεί να συνοδεύεται και από άλλες ιδιαιτερότητες, όπως η στένωση του ισθμού της αορτής ή η ανώμαλη έκφυση μιας εκ των στεφανιαίων αρτηριών. Η δίπτυχη αορτική βαλβίδα δυσλειτουργεί πιο γρήγορα από τη φυσιολογική τρίπτυχη.

Διάφορες λοιμώξεις, όπως η ενδοκαρδίτιδα ή ο ρευματικός πυρετός σε παιδική ηλικία, έχουν ως αποτέλεσμα την πρόωρη εκφύλιση ή τη χαλάρωση των ιστών της αορτικής βαλβίδας και προκαλούν βαλβιδοπάθεια αυτής.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η διάγνωση της βαλβιδοπάθειας της αορτικής βαλβίδας (στένωση ή ανεπάρκεια ή μεικτή βλάβη) γίνεται με triplex υπερηχογράφημα καρδιάς ή με διοισοφάγειο υπερηχογράφημα καρδιάς για λεπτομερέστερο έλεγχο. Η νόσος αυτή είναι προοδευτικά επιδεινούμενη και μπορεί να παρακολουθηθεί από τα αρχικά της στάδια. Επιβάλλεται ο ασθενής να τηρεί τακτικό καρδιολογικό έλεγχο.

Αυτό που παρατηρείται υπερηχογραφικά είναι η βαλβίδα ως κατασκευή (τρίπτυχη ή δίπτυχη, εκφύλιση ή χαλάρωση του ιστού), η διάμετρος του αορτικού δακτυλίου, η παρουσία επασβέστωσης σε αυτήν, η επιφάνεια του ανοίγματος του στομίου της βαλβίδας, η ταχύτητα ροής και η διαφορά κλίσης πιέσεων. Εν συνεχεία, με βάση όλα τα παραπάνω, υπολογίζεται ο βαθμός της στένωσης ή της ανεπάρκειας της βαλβίδας.

ΕΝΔΟΚΑΡΔΙΤΙΔΑ

Η λοίμωξη ή φλεγμονή των καρδιακών βαλβίδων ή και του ενδοκαρδίου από βακτήρια λέγεται ενδοκαρδίτιδα .

Στη λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα η φλεγμονή είναι συνεπεία λοίμωξης από μικροοργανισμούς, όπως ο σταφυλόκοκκος, ο στρεπτόκοκκος ή άλλοι.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Τα συμπτώματα που παρουσιάζει ο ασθενής κατά την ενδοκαρδίτιδα είναι συνεχής πυρετός που δεν υποχωρεί, ρίγος, αρρυθμίες, δύσπνοια, αναιμία, απώλεια βάρους, επίμονο βήχα, κόπωση, εφίδρωση και μυϊκούς πόνους. Σε σοβαρότατες περιπτώσεις υπάρχει παρουσία αποστημάτων στον αορτικό δακτύλιο ή σε άλλα όργανα όπως ο εγκέφαλος, οι πνεύμονες και ο σπλήνας (αποτέλεσμα εκβλαστήσεων που αποκολληθήκαν από τη βαλβίδα και εμβόλισαν τα συγκεκριμένα όργανα).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η διάγνωση της ενδοκαρδίτιδας γίνεται με :

  • αιματολογικό έλεγχο – καλλιέργειες

και

  • Triplex υπερηχογράφημα καρδιάς ή διοισοφάγειο υπερηχογράφημα καρδιάς που μπορεί να καθορίσει το βαθμό προσβολής της βαλβίδας από το μικροοργανισμό, με την επιβεβαίωση της ύπαρξης εκβλαστήσεων ή αποστήματος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η ενδοκαρδίτιδα αντιμετωπίζεται με λήψη αντιβιοτικών για 4 με 6 εβδομάδες και εφόσον υπάρχει βαλβιδοπάθεια της αορτικής βαλβίδας, ο καρδιοχειρουργός επιλέγει την κατάλληλη χρονική στιγμή να επέμβει και να αντικαταστήσει την κατεστραμμένη αορτική βαλβίδα .

Ανάλογα με τα υπερηχογραφικά ευρήματα της καρδιάς, την ηλικία του ασθενούς καθώς και το ιστορικό του, ο καρδιοχειρουργός διαλέγει την κατάλληλη χειρουργική θεραπεία για τον ασθενή (τον τύπο της βαλβίδας, μηχανική ή βιολογική και το μήκος του δακτυλίου αυτής).

Ο ασθενής εισέρχεται στην κλινική μία ημέρα πριν το χειρουργείο και υποβάλλεται σε λεπτομερή έλεγχο της υγείας του. Ο προεγχειρητικός έλεγχος περιλαμβάνει καρδιογράφημα, υπερηχογράφημα καρδιάς, εργαστηριακό αιματολογικό έλεγχο, ακτινογραφία θώρακος, κλινική εξέταση από παθολόγο, έγχρωμο triplex καρωτίδων αρτηριών και στεφανιογραφία.

Οι συγγενείς του ασθενή φροντίζουν για την παρακαταθήκη των απαραίτητων μονάδων αίματος πριν από το χειρουργείο.

ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΟΡΤΙΚΗΣ ΒΑΛΒΙΔΑΣ ΜΕ ΜΗΧΑΝΙΚΗ ή ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΘΕΤΙΚΗ ΒΑΛΒΙΔΑ

Ο χειρουργός αφαιρεί τη νοσούσα βαλβίδα (η βαλβίδα μπορεί να παρουσιάζει στένωση ή ανεπάρκεια ή μεικτή βλάβη) και γίνεται αντικατάστασή της είτε από μηχανική (μεταλλική βαλβίδα με μεγάλη διάρκεια ζωής) είτε από βιολογική (χοιρινή ή βόια με διάρκεια ζωής άνω των 15 ετών). Μετά την αντικατάσταση της αυτόχθονης αορτικής βαλβίδας από την προσθετική μηχανική ή βιολογική εγχειρητικά, ακολουθεί επιβεβαίωση της καλής τοποθέτησης και λειτουργίας της προσθετικής αορτικής βαλβίδας με διοισοφάγειο υπερηχογράφημα.

Η χειρουργική αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας γίνεται με χρήση γενικής αναισθησίας και εξωσωματικής κυκλοφορίας. Το μηχάνημα της εξωσωματικής κυκλοφορίας επιτελεί τις λειτουργίες της καρδιάς και των πνευμόνων. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης το αίμα εκτρέπεται στο μηχάνημα της εξωσωματικής κυκλοφορίας, όπου οξυγονώνεται και επιστρέφει εκ νέου στο σώμα του ασθενούς τροφοδοτώντας τον εγκέφαλο και το σώμα.

Πλέον η χειρουργική αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας θεωρείται μία επέμβαση ρουτίνας με πολύ χαμηλά ποσοστά επιπλοκών.

Οι ασθενείς μετά την επέμβαση νοσηλεύονται στην κλινική περίπου έξι ημέρες.

TAVI – ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΟΡΤΙΚΗΣ ΒΑΛΒΙΔΑΣ

Αυτού του είδους η θεραπεία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε στένωση της αορτικής βαλβίδας.

Η θεραπεία της διαδερμικής αντικατάστασης της αορτικής βαλβίδας (TAVI) προτείνεται σε υπέργηρους ασθενείς και σε ασθενείς με βεβαρυμμένο ιατρικό ιστορικό, λόγω του υψηλού κινδύνου από ανοιχτό χειρουργείο καρδιάς.

Η επέμβαση αυτή πραγματοποιείται μόνο από εξειδικευμένη ομάδα καρδιοχειρουργών σε συνεργασία με επεμβατικούς καρδιολόγους.

Δια μέσου της ανωνύμου αρτηρίας και με μια μικρή τομή 5 εκατοστών πάνω από το στέρνο (Suprasternal TAVI) ή διαδερμικά μέσω μηριαίας αρτηρίας εφόσον είναι εφικτό, προωθείται στη θέση της στενωμένης αορτικής βαλβίδας καθετήρας πάνω στον οποίο είναι τοποθετημένη η βιολογική βαλβίδα. Η επέμβαση αυτή γίνεται με γενική αναισθησία, συνήθως διαρκεί 2 ώρες και απαιτεί νοσηλεία στην κλινική από 3 έως 6 ημέρες.

Αφήστε μια απάντηση