ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΘΩΡΑΚΙΚΗΣ ΑΟΡΤΗΣ

Η θωρακική αορτή αποτελείται από την ανιούσα αορτή, το αορτικό τόξο και την κατιούσα θωρακική αορτή έως το διάφραγμα.
Η ανιούσα αορτή εξέρχεται από την αριστερή κοιλία και την αορτική βαλβίδα έως το ύψος της ανωνύμου αρτηρίας. Το αορτικό τόξο περιλαμβάνει τις εκφύσεις των αγγείων που αιματώνουν το κεφάλι και τα χέρια. Η κατιούσα θωρακική αορτή ξεκινάει από το ύψος της έκφυσης της αριστερής υποκλειδίου έως το διάφραγμα.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ ΤΗΣ ΘΩΡΑΚΙΚΗΣ ΑΟΡΤΗΣ

Η φυσιολογική διάμετρος της θωρακικής αορτής μπορεί να διαφέρει σε διαστάσεις από άτομο σε άτομο γιατί σχετίζεται με το δείκτη μάζας σώματος, την ηλικία και το φύλο. Συνήθως οι γυναίκες έχουν μικρότερη διάμετρο αορτής από τους άντρες.

Στην αορτική ρίζα (Sinuses of Valsalva) η φυσιολογική διάμετρος είναι από 3,5 έως 3,9 εκατοστά.
Στην ανιούσα αορτή η φυσιολογική διάμετρος είναι από 3 έως 3,5 εκατοστά.
Στην κατιούσα θωρακική αορτή η φυσιολογική διάμετρος είναι από 2 έως 3 εκατοστά.

Ανευρυσματική διάταση θωρακικής αορτής – ανεύρυσμα αορτής
Η ανευρυσματική διάταση της θωρακικής αορτής είναι η αύξηση του εύρους της αρτηρίας τοπικά.
Σε γενικές γραμμές, όταν η διάμετρος της θωρακικής αορτής ξεπεράσει τα 5,5 εκατοστά, χρήζει αντικατάστασης για να προληφθεί η ρήξη ή ο διαχωρισμός της. Σε περιπτώσεις δίπτυχης αορτικής βαλβίδας, η αορτή πρέπει να αντικατασταθεί όταν το εύρος της φτάσει τα 5 εκατοστά.
Επίσης το ανεύρυσμα στην αορτική ρίζα μπορεί να προκαλέσει διάταση του δακτυλίου της αορτικής βαλβίδας και κατά συνέπεια ανεπάρκεια της βαλβίδας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, εκτός από την αντικατάσταση της ανιούσας αορτής, χρειάζεται να επιδιορθωθεί ή να αντικατασταθεί και η αορτική βαλβίδα.

Αορτικός διαχωρισμός

Ο διαχωρισμός του τοιχώματος της θωρακικής αορτής είναι ένα σχίσμα – ρήξη της αορτής, συνήθως στο επίπεδο του μέσου χιτώνα αυτής. Η αλλοίωση των κυττάρων στο εσωτερικό μέρος της αορτής (στο μέσο χιτώνα) προκαλεί τη νέκρωση αυτών, με αποτέλεσμα η αορτή να χάνει την ελαστικότητά της. Σε μια αορτή με αυξημένη διάμετρο, λόγω αύξησης της πίεσης του αίματος και μη αντοχής της ελαστικότητας του τοιχώματός της, προκαλείται ρήξη ή διαχωρισμός του τοιχώματος της αορτής. Από τη ρήξη αυτή ποσότητα αίματος περνάει στο μέσο χιτώνα της αορτής, δημιουργώντας ένα ψευδή αυλό από όπου περνάει το αίμα.
Ο αορτικός διαχωρισμός είναι μια νόσος η οποία απαιτεί επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση από εξειδικευμένη καρδιοχειρουργική ομάδα.
Στον αορτικό διαχωρισμό κατά Stanford A ή κατά DeBakey I και ΙΙ, υπάρχει διαχωρισμός της ανιούσας αορτής χωρίς ή με την εμπλοκή και του αορτικού τόξου. Ο πρωταρχικός στόχος είναι η αντικατάσταση της ανιούσας αορτής και αναλόγως αντικατάσταση ή επιδιόρθωση της αορτικής βαλβίδας (εάν υπάρχει ανεπάρκεια αυτής ή εάν είναι διγλώχινα) για την πρόληψη της ρήξης και της επέκτασης του διαχωρισμού.
Ο αορτικός διαχωρισμός κατά Stanford B ή κατά DeBakey III δε συμπεριλαμβάνει διαχωρισμό της ανιούσας αορτής και μπορεί να αντιμετωπισθεί συντηρητικά ή αν είναι επιπεπλεγμένος διαχωρισμός να αντιμετωπισθεί με τοποθέτηση ενδοαυλικής ενδοπρόθεσης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

  • Πόνος στο στήθος
    Με την αύξηση του εύρους του αυλού της αορτής και λόγω αυξημένης πίεσης του αίματος, ο ασθενής μπορεί να εμφανίζει πόνο στο στήθος ή στη μεσοπλάτια χώρα που μοιάζει με στηθάγχη ή έμφραγμα του μυοκαρδίου.
    Σε περίπτωση ανευρύσματος του αορτικού τόξου ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει βράγχος φωνής λόγω πίεσης της τραχείας, βήχα, δυσκολία στην κατάποση ή δύσπνοια, συνεπεία της πίεσης των οργάνων γύρω από το αορτικό τόξο.
  • Δύσπνοια και κόπωση
    Η δύσπνοια συνήθως γίνεται αντιληπτή από τον ασθενή σαν εύκολη κόπωση, γρήγορη αναπνοή (ταχύπνοια), κούραση ή ως αδυναμία ολοκλήρωσης μιας βαθιάς εισπνοής.
  • Αρρυθμία
    Ο ασθενής νιώθει να αλλάζει ο φυσιολογικός ρυθμός των χτύπων της καρδιάς του, που το περιγράφει ως φτερούγισμα στο στήθος ή ως ένα κόμπο. Επίσης μπορεί να νιώθει την καρδιά του να σταματάει και να ξεκινάει απότομα με ένα δυνατό χτύπο.

Πολλές φορές οι ασθενείς με ανεύρυσμα της θωρακικής αορτής δεν έχουν συμπτώματα και αυτό κάνει δύσκολο τον εντοπισμό τους σε περιπτώσεις μη τακτικού καρδιολογικού ελέγχου.

ΑΙΤΙΑ

  • Εκφύλιση του μέσου χιτώνα της αορτής
    Στα εκφυλιστικά ανευρύσματα έχουμε εκφύλιση του μέσου χιτώνα της αορτής που οφείλεται στη μείωση της ελαστικότητας του τοιχώματός της. Συνήθως υπάρχει συνοδός διάταση του αορτικού δακτυλίου.
  • Αρτηριοσκλήρυνση του τοιχώματος της αορτής
    Στην αρτηριοσκλήρυνση έχουμε ανεπαρκή αιμάτωση του τοιχώματος της αορτής με αποτέλεσμα την προοδευτική καταστροφή των μυϊκών ινών της. Η αρτηριοσκλήρυνση συνήθως συναντάται σε ασθενείς άνω των 50 ετών.
    Επίσης το κάπνισμα, η υπερλιπιδαιμία και ο σακχαρώδης διαβήτης συμβάλουν στη γρηγορότερη καταστροφή των μυϊκών ινών της αορτής και στη μείωση της ελαστικότητάς της.
  • Αυξημένη πίεση του αίματος – αρτηριακή υπέρταση
    Η αυξημένη πίεση του αίματος μπορεί να προκαλέσει ρήξη ή διαχωρισμό της αορτής σε περιπτώσεις σωματικής άσκησης ή έντονου στρες. Καθώς η καρδιά στέλνει αίμα με αυξημένη πίεση στα τοιχώματα της αορτής, αυτά αδυνατούν να διασταλούν ικανοποιητικά για να ανταπεξέλθουν στην αυξημένη πίεση και προκαλείται ρήξη ή διαχωρισμός του τοιχώματος της αορτής.
  • Σύνδρομο Marfan και σύνδρομο Ehlers – Danlos
    Τα σύνδρομα Marfan και Ehlers – Danlos είναι νοσήματα που διαταράσσουν το συνδετικό ιστό, με αποτέλεσμα τη διάταση της ανιούσας αορτής που περιλαμβάνει και τους κόλπους του Valsalva ή το διαχωρισμό αυτής.
  • Διγλώχινα αορτική βαλβίδα
    Η διγλώχινα αορτική βαλβίδα θεωρείται μία συγγενής πάθηση που συνήθως συνυπάρχει και με άλλες συγγενείς ανωμαλίες του συνδετικού ιστού, όπως ανεύρυσμα ή διάταση στη βάση της ανιούσας αορτής.
  • Τραυματισμός του θώρακα
    Ο τραυματισμός του θώρακα σε περιπτώσεις όπως τροχαίου ατυχήματος ή πτώσης από ύψος, μπορεί να προκαλέσει ρήξη της αορτής.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Υπάρχουν περιπτώσεις που η διάγνωση του ανευρύσματος γίνεται στο αρχικό στάδιο της νόσου, ειδικά όταν ο ασθενής υποβάλλεται σε τακτικό καρδιολογικό έλεγχο. Σε αυτήν την περίπτωση το ανεύρυσμα παρακολουθείται τακτικά για τυχόν αύξηση της διαμέτρου του ή για τον επηρεασμό της λειτουργίας της αορτικής βαλβίδας.

Η διάγνωση του ανευρύσματος γίνεται με αξονική ή μαγνητική αγγειογραφία θώρακος για πιο ακριβή διαγνωστικά αποτελέσματα. Με αυτήν την εξέταση ο καρδιοχειρουργός πληροφορείται για την εύρεση της θέσης και το μέγεθος του ανευρύσματος, το πάχος του αορτικού τοιχώματος και το περιεχόμενο του αυλού (εάν υπάρχει διαχωρισμός, το ακριβές σημείο αυτού, καθώς και τυχόν παρουσία θρόμβου σε αυτό).
Επίσης η διάγνωση του ανευρύσματος μπορεί να γίνει με triplex υπερηχογράφημα καρδιάς ή με διοισοφάγειο υπερηχογράφημα καρδιάς. Στην υπερηχογραφική εξέταση παρατηρείται το μέγεθος και η θέση του ανευρύσματος, καθώς και οι βαλβίδες της καρδιάς (κυρίως η αορτική βαλβίδα που είναι στη ρίζα της αορτής και επηρεάζεται άμεσα).
Η στεφανιογραφία και η αορτογραφία είναι επίσης απαραίτητες για την απεικόνιση των στεφανιαίων αγγείων και το ακριβές σημείο της έκφυσης αυτών από την αορτή.

Ανάλογα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων, την ηλικία και το φύλο του ασθενούς, ο καρδιοχειρουργός επιλέγει την κατάλληλη χειρουργική αντιμετώπιση.

Ο ασθενής εισέρχεται στην κλινική μία ημέρα πριν το χειρουργείο και υποβάλλεται σε λεπτομερή έλεγχο της υγείας του. Ο προεγχειρητικός έλεγχος περιλαμβάνει καρδιογράφημα, υπερηχογράφημα καρδιάς, εργαστηριακό αιματολογικό έλεγχο, ακτινογραφία θώρακος, κλινική εξέταση από παθολόγο και έγχρωμο triplex καρωτίδων αρτηριών. Υπάρχει περίπτωση να χρειάζονται και επιπλέον εξετάσεις όπως στεφανιογραφία, αξονική ή μαγνητική αγγειογραφία θώρακος.
Επίσης οι συγγενείς του ασθενή φροντίζουν για την παρακαταθήκη των απαραίτητων μονάδων αίματος πριν από το χειρουργείο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Σε περιπτώσεις που η αορτική βαλβίδα λειτουργεί καλά και το ανεύρυσμα βρίσκεται στην ανιούσα αορτή, γίνεται εκτομή της νοσούσας περιοχής και αντικατάστασή της από ευθύ συνθετικό μόσχευμα.

Σε περίπτωση που το ανεύρυσμα βρίσκεται στην αορτική ρίζα όπου περιλαμβάνονται και τα στόμια των στεφανιαίων αρτηριών, γίνεται εκτομή και αντικατάσταση ολόκληρης της αορτικής ρίζας, επανεμφύτευση των στεφανιαίων αγγείων στο συνθετικό μόσχευμα, επιδιόρθωση και διατήρηση της αορτικής βαλβίδας (επέμβαση Tirone David).
Μία ακόμη επιλογή είναι η τοποθέτηση βαλβιδοφόρου συνθετικού μοσχεύματος. Σε αυτή την περίπτωση γίνεται αντικατάσταση της ανιούσας αορτής και της αορτικής βαλβίδας, καθώς και επανεμφύτευση των στεφανιαίων αγγείων στο συνθετικό μόσχευμα (επέμβαση Bentall de Buono).

Η αορτική ρίζα έχει καλύτερη αιμοδυναμική συμπεριφορά με τη διατήρηση της αυτόχθονης αορτικής βαλβίδας και ο ασθενής είναι απαλλαγμένος των επιπλοκών των προσθετικών βαλβίδων.

Η τεχνική που χρησιμοποιείται για το ανεύρυσμα του αορτικού τόξου είναι η αντικατάσταση του ημιτόξου ή και ολόκληρου του αορτικού τόξου με ή χωρίς την επέμβαση Elephant Trunk περιφερικά στην κατιούσα αορτή.

Η επέμβαση γίνεται με χρήση γενικής αναισθησίας και εξωσωματικής κυκλοφορίας. Το μηχάνημα της εξωσωματικής κυκλοφορίας επιτελεί τις λειτουργίες της καρδιάς και των πνευμόνων. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης το αίμα εκτρέπεται στο μηχάνημα της εξωσωματικής κυκλοφορίας, όπου οξυγονώνεται και επιστρέφει εκ νέου στο σώμα του ασθενούς τροφοδοτώντας τον εγκέφαλο και το σώμα.

Οι ασθενείς μετά την επέμβαση νοσηλεύονται στην κλινική περίπου έξι ημέρες.

Αφήστε μια απάντηση