Η τριγλώχινα βαλβίδα βρίσκεται μεταξύ του δεξιού κόλπου και της δεξιάς κοιλίας. Αποτελείται από ένα δακτύλιο και τρεις γλωχίνες / πτυχές που εφάπτονται πάνω στο δακτύλιο και συγκρατούνται με τη βοήθεια των τενόντιων χορδών.

Η τριγλώχινα βαλβίδα ανοίγει κατά τη διαστολή επιτρέποντας το αίμα να κατευθυνθεί από το δεξιό κόλπο στη δεξιά κοιλία και κλείνει αμέσως μετά στη συστολή εμποδίζοντας το αίμα να γυρίσει ξανά στο δεξιό κόλπο.

ΣΤΕΝΩΣΗ ΤΡΙΓΛΩΧΙΝΑΣ ΒΑΛΒΙΔΑΣ

Το φυσιολογικό όριο του ανοίγματος της τριγλώχινας βαλβίδας είναι περίπου 6-7cm2. Η τριγλώχινα βαλβίδα έχει το μεγαλύτερο εμβαδόν απ’ όλες τις βαλβίδες της καρδιάς. Όταν το άνοιγμα αυτό μικρύνει τότε υπάρχει στένωση στη βαλβίδα και η ροή του αίματος από αυτήν είναι μικρότερη από το φυσιολογικό. Η στένωση της τριγλώχινας στις μέρες μας αποτελεί μια σπάνια περίπτωση.

ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΡΙΓΛΩΧΙΝΑΣ ΒΑΛΒΙΔΑΣ

Όταν οι γλωχίνες της τριγλώχινας βαλβίδας δεν κλείνουν στεγανά και επιτρέπουν τη ροή του αίματος προς τα πίσω, δηλαδή, αντί να προωθείται το αίμα στη δεξιά κοιλία αυτό γυρίζει πάλι στο δεξιό κόλπο, η τριγλώχινα βαλβίδα παρουσιάζει ανεπάρκεια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Πολλές φορές τα συμπτώματα της βαλβιδοπάθειας της τριγλώχινας βαλβίδας αργούν να εκδηλωθούν σωματικά. Σε περιπτώσεις που η βλάβη της τριγλώχινας βαλβίδας επιδεινώνεται σταδιακά, ο ασθενής είναι σε θέση να διεκπεραιώνει όλες του τις σωματικές εργασίες χωρίς να δείχνει σημεία κόπωσης ή δύσπνοιας. Γι’ αυτό συνιστάται σε άτομα άνω των 30 – 35 ετών, ακόμα και χωρίς θετικό κληρονομικό ιστορικό καρδιοπάθειας στην οικογένεια, να προβαίνουν σε καρδιολογικό έλεγχο έτσι ώστε τυχόν δυσλειτουργίες των βαλβίδων να εντοπίζονται εγκαίρως.

  • Δύσπνοια και κόπωση
    Η δύσπνοια είναι ένα συνηθισμένο σύμπτωμα δυσλειτουργίας της τριγλώχινας βαλβίδας, που συνήθως γίνεται αντιληπτή από τον ασθενή σαν εύκολη κόπωση, γρήγορη αναπνοή (ταχύπνοια), μερικές φορές ως «φούσκωμα» σε ηρεμία ή κόπωση ή σαν αδυναμία ολοκλήρωσης μιας βαθιάς εισπνοής.
  • Αρρυθμίες – αίσθημα παλμώ
    Ο ασθενής αισθάνεται πως οι χτύποι της καρδιάς του δεν είναι φυσιολογικοί. Αυτό το περιγράφει ως ένα φτερούγισμα στο στήθος ή σαν ένα κόμπο. Πολλές φορές αισθάνεται την καρδιά του να σταματάει και να ξεκινάει απότομα με ένα δυνατό χτύπο. Οι πιο συνηθισμένες αρρυθμίες είναι οι έκτακτες συστολές, η κολπική μαρμαρυγή, οι υπερκοιλιακές αρρυθμίες και η βραδυκαρδία.
  • Πνευμονική υπέρταση
    Υψηλές πιέσεις στη δεξιά κοιλία δημιουργούν διάταση της δεξιάς κοιλίας και κατ’ επέκταση διάταση του δακτυλίου της τριγλώχινας βαλβίδας προκαλώντας ανεπάρκεια σε αυτήν.

ΑΙΤΙΑ

Καθώς γερνάει ο ασθενής ο ιστός της τριγλώχινας βαλβίδας μπορεί να χαλαρώνει σταδιακά, οι γλωχίνες της βαλβίδας να παρουσιάζουν επασβέστωση ή ο δακτύλιος της βαλβίδας να έχει χαλάρωση. Αυτά είναι τα εκφυλιστικής αιτιολογίας αίτια, δηλαδή η φυσιολογική φθορά της τριγλώχινας βαλβίδας λόγω προχωρημένης ηλικίας του ασθενούς. Τέτοιου είδους αίτια συνήθως γίνονται αντιληπτά σε καρδιολογικό έλεγχο και παρακολουθούνται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Σε γενικές γραμμές, οι βλάβες της τριγλώχινας βαλβίδας μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε δυο ομάδες / κατηγορίες, στις οργανικές βλάβες και στις λειτουργικές βλάβες. Η κατηγορία της βλάβης της τριγλώχινας βαλβίδας έχει πολύ σημαντικό ρολό στη θεραπευτική προσέγγιση της βαλβιδοπάθειας, όπως στο είδος της χειρουργικής παρέμβασης που θα πραγματοποιήσουμε και στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα του χειρουργείου.

Η συχνότερη πάθηση της τριγλώχινας βαλβίδας είναι η λειτουργική ανεπάρκεια. Η αύξηση των διαστάσεων της δεξιάς κοιλίας οδηγεί σε αύξηση της διαμέτρου του δακτυλίου της τριγλώχινας βαλβίδας και κατά συνέπεια σε ανεπάρκεια.

Στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες η συχνότερη αιτιολογία οργανικής ασθένειας της τριγλώχινας βαλβίδας είναι η ενδοκαρδίτιδα (κυρίως λόγω εκτεταμένης χρήσης ενδοφλεβίων ναρκωτικών), ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες ο ρευματικός πυρετός.

Ρευματικός πυρετός

Σε κάποιους ασθενείς μία λοίμωξη του φάρυγγα από στρεπτόκοκκο (αμυγδαλίτιδα ή φαρυγγίτιδα) εξελίσσεται σε ρευματικό πυρετό (συνήθως σε παιδική ηλικία), όπου το ανοσοποιητικό σύστημα, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τον πυρετό, «επιτίθεται» όχι μόνο στα μολυσμένα με στρεπτόκοκκο σημεία αλλά και σε υγιείς ιστούς. Σε αυτήν την περίπτωση προκαλείται ανεπάρκεια της τριγλώχινας βαλβίδας ή ανεπάρκεια και στένωση μαζί (μεικτή βλάβη της βαλβίδας). Η ρευματικής αιτιολογίας βλάβη της τριγλώχινας βαλβίδας συνήθως συνοδεύεται από βαλβιδοπάθεια της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας και αποτελεί μία σπάνια, αλλά ακόμη υπαρκτή, νόσο στη χώρα μας.

ΕΝΔΟΚΑΡΔΙΤΙΔΑ

Στην ενδοκαρδίτιδα η τριγλώχινα βαλβίδα προσβάλλεται από λοίμωξη λόγω βακτηρίων, όπως σταφυλόκοκκος ή στρεπτόκοκκος. Εφόσον η λοίμωξη δεν αντιμετωπισθεί άμεσα ή παρά τη θεραπεία της με αντιβιοτική αγωγή δεν υποχωρήσει, εκτός από το συνεχή πυρετό ο ασθενής θα παρουσιάσει και άλλα συμπτώματα όπως αρρυθμίες, δύσπνοια, αναιμία, επίμονο βήχα, κόπωση, εφίδρωση, μυϊκούς πόνους και σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις απόστημα σε όργανα όπως ο εγκέφαλος, οι πνεύμονες και ο σπλήνας. Η ενδοκαρδίτιδα δημιουργεί εκφύλιση και χαλάρωση των ιστών της τριγλώχινας βαλβίδας και προκαλεί τη δυσλειτουργία αυτής που εκδηλώνεται συνήθως με ανεπάρκεια, ύπαρξη εκβλαστήσεων ή και αποστήματος γύρω από το δακτύλιο αυτής. Το υπερηχογράφημα καρδιάς ή ο διοισοφάγειος υπερηχογραφικός έλεγχος μπορούν να δείξουν το βαθμό σοβαρότητας της νόσου, δηλαδή αν η μόλυνση έχει επηρεάσει την τριγλώχινα βαλβίδα (γλωχίνες, δακτύλιο ή την κατασκευή της βαλβίδας).

Το πρώτο στάδιο αντιμετώπισης της ενδοκαρδίτιδας είναι η λήψη αντιβιοτικής αγωγής. Σε περίπτωση που η ενδοκαρδίτιδα δημιουργήσει βλάβη στην τριγλώχινα βαλβίδα, η επιδιόρθωση ή η αντικατάσταση της αυτόχθονης βαλβίδας είναι απαραίτητη.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η διάγνωση της βλάβης της τριγλώχινας βαλβίδας (στένωση ή ανεπάρκεια) γίνεται με triplex υπερηχογράφημα καρδιάς ή με διοισοφάγειο υπερηχογράφημα καρδιάς για ακριβέστερο έλεγχο.

Στην υπερηχογραφική εξέταση ο ιατρός παρατηρεί την τριγλώχινα βαλβίδα ως κατασκευή, τις γλωχίνες της βαλβίδας, τυχόν εκφύλιση ή χαλάρωση του ιστού της, την παρουσία επασβέστωσης, το μήκος του ανοίγματος του στομίου της βαλβίδας, το βαθμό της ανεπάρκειας, το μήκος του δακτυλίου και τον υποβαλβιδικό μηχανισμό της βαλβίδας.

Ανάλογα με τα υπερηχογραφικά ευρήματα, την ηλικία του ασθενούς καθώς και το ιστορικό του, ο καρδιοχειρουργός διαλέγει την κατάλληλη χειρουργική θεραπεία – συνήθως επιδιόρθωση της τριγλώχινας βαλβίδας και σπάνια αντικατάστασή της (το μέγεθος του δακτυλίου βαλβιδοπλαστικής ή τον τύπο της βαλβίδας, ομοιομόσχευμα ή βιολογική).

Ο ασθενής εισέρχεται στην κλινική μία ημέρα πριν το χειρουργείο και ελέγχεται λεπτομερώς η υγεία του. Ο προεγχειρητικός έλεγχος περιλαμβάνει καρδιογράφημα, υπερηχογράφημα καρδιάς, εργαστηριακό αιματολογικό έλεγχο, ακτινογραφία θώρακος, κλινική εξέταση από παθολόγο, έγχρωμο triplex καρωτίδων αρτηριών και στεφανιογραφία.

Επίσης οι συγγενείς του ασθενή φροντίζουν για την παρακαταθήκη των απαραίτητων μονάδων αίματος πριν το χειρουργείο.

ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΓΛΩΧΙΝΑΣ ΒΑΛΒΙΔΑΣ

Στην επιδιόρθωση της τριγλώχινας βαλβίδας διατηρείται η αυτόχθονη βαλβίδα του ασθενούς, τοποθετείται δακτύλιος βαλβιδοπλαστικής στην περιφέρεια της βαλβίδας και αναλόγως της βλάβης γίνεται τοποθέτηση συνθετικών χορδών, επανασύνδεση πτυχών ή εκτομή περίσσειας ιστού από τη βαλβίδα.

Μετά την επιδιόρθωση της τριγλώχινας βαλβίδας εγχειρητικά, ακολουθεί επιβεβαίωση της καλής λειτουργίας της βαλβίδας με διοισοφάγειο υπερηχογράφημα.

Η επιδιόρθωση της βλάβης της τριγλώχινας βαλβίδας είναι η πρώτη επιλογή χειρουργικής θεραπείας από τον καρδιοχειρουργό. Με τη μέθοδο αυτή οι ασθενείς μετεγχειρητικά δε χρειάζεται να λαμβάνουν αντιπηκτικά για το υπόλοιπο της ζωής τους, έχουν μικρότερο κίνδυνο για εγκεφαλικό επεισόδιο ή λοίμωξη της τριγλώχινας βαλβίδας και διατηρείται σε καλύτερα επίπεδα η λειτουργία της καρδιάς.

Στην επιδιόρθωση της τριγλώχινας βαλβίδας αλλά και στην αντικατάσταση γίνεται χρήση γενικής αναισθησίας και εξωσωματικής κυκλοφορίας. Το μηχάνημα της εξωσωματικής κυκλοφορίας επιτελεί τις λειτουργίες της καρδιάς και των πνευμόνων. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης το αίμα εκτρέπεται στο μηχάνημα της εξωσωματικής κυκλοφορίας, όπου οξυγονώνεται και ύστερα επιστρέφει εκ νέου στο σώμα του ασθενούς τροφοδοτώντας τον εγκέφαλο και το σώμα.

Οι ασθενείς μετά την επέμβαση νοσηλεύονται στην κλινική περίπου έξι ημέρες.

Αφήστε μια απάντηση